Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανάγνωσμα τα αναγνώσματα
      γενική του αναγνώσματος των αναγνωσμάτων
    αιτιατική το ανάγνωσμα τα αναγνώσματα
     κλητική ανάγνωσμα αναγνώσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανάγνωσμα < ελληνιστική κοινή ἀνάγνωσμα[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈna.ɣnɔ.zma/
συλλαβισμός: α‐νά‐γνω‐σμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανάγνωσμα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε που διαβάζεται χωρίς ιδιαίτερη μελέτη
  2. (θρησκεία) οποιοδήποτε απόσπασμα ιερών κειμένων που διαβάζεται σε χριστιανικές ιερές ακολουθίες, όπως οι ευαγγελικές περικοπές, τα αποσπάσματα από Πράξεις Αποστόλων και αποστολικών επιστολών και ομοίως αποσπάσματα ιερών κειμένων σε άλλες θρησκείες.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία