Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανάγνωσμα τα αναγνώσματα
      γενική του αναγνώσματος των αναγνωσμάτων
    αιτιατική το ανάγνωσμα τα αναγνώσματα
     κλητική ανάγνωσμα αναγνώσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανάγνωσμα < αρχαία ελληνική ἀναγιγνώσκω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανάγνωσμα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε που διαβάζεται χωρίς ιδιαίτερη μελέτη
  2. (θρησκεία) οποιοδήποτε απόσπασμα ιερών κειμένων που διαβάζεται σε χριστιανικές ιερές ακολουθίες, όπως οι ευαγγελικές περικοπές, τα αποσπάσματα από Πράξεις Αποστόλων και αποστολικών επιστολών και ομοίως αποσπάσματα ιερών κειμένων σε άλλες θρησκείες.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία