Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

czytanie (pl) < ρηματικό ουσιαστικό από το ρημα: czytać + -nie

  ΠροφοράΕπεξεργασία

czytanie 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

czytanie (pl) ουδέτερο

  1. η ανάγνωση, το διάβασμα