Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

 
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

κωδικός διαλέκτων: gsw

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα αλεμανικά
      γενική των αλεμανικών
    αιτιατική τα αλεμανικά
     κλητική αλεμανικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλεμανικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αλεμανικός στον πληθυντικό, (λόγιο δάνειο) γερμανική Alemannisch

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλεμανικά

  • (γλώσσα) ομάδα γερμανικών διαλέκτων που μιλιούνται από περίπου δέκα εκατομμύρια ομιλητές σε διάφορες γερμανόφωνες χώρες και στην Ιταλία
    άλλη γραφή: αλεμαννικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία