Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακτινοπροστασία οι ακτινοπροστασίες
      γενική της ακτινοπροστασίας των ακτινοπροστασιών
    αιτιατική την ακτινοπροστασία τις ακτινοπροστασίες
     κλητική ακτινοπροστασία ακτινοπροστασίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακτινοπροστασία < ακτίνα + προστασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακτινοπροστασία θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία