Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιματίνη -
γενική αιματίνης -
αιτιατική αιματίνη -
κλητική αιματίνη -

.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιματίνη < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιματίνη θηλυκό

  1. συστατικό της αιμοσφαιρίνης, το οποίο περιέχει σίδηρο και δίνει στο αίμα το χαρακτηριστικό του χρώμα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία