Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αερομοντελισμός οι αερομοντελισμοί
      γενική του αερομοντελισμού των αερομοντελισμών
    αιτιατική τον αερομοντελισμό τους αερομοντελισμούς
     κλητική αερομοντελισμέ αερομοντελισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αερομοντελισμός < γαλλική aéromodélisme

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αερομοντελισμός αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία