Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδημιούργητος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αδημιούργητος

  1. που δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί
  2. που δεν έχει ακόμα ένα επάγγελμα, θέση ή αξίωμα που να του προσφέρει ένα σταθερό εισόδημα και κοινωνική αναγνώριση και δεν έχει φτιάξει ακόμα δική του περιουσία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία