Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Τεταρτίδες
      γενική των Τεταρτιδών
    αιτιατική τους Τεταρτίδες
     κλητική Τεταρτίδες
όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Διάττοντες Τεταρτίδες το 2009.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Τεταρτίδες < τέταρτ(ος) + -ίδης (πληθυντικός -ίδες), μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Quadrantids. Εννοείται το αρσενικό ουσιαστικό «αστέρας»

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Τεταρτίδες αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

ΥπερώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία