Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική Περσίς Περσίδε Περσίδες
Γενική Περσίδος Περσίδοιν Περσίδων
Δοτική Περσίδι Περσίδοιν Περσίσι(ν)
Αιτιατική Περσίδα Περσίδε Περσίδας
Κλητική Περσίς Περσίδε Περσίδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Περσίς < Πέρσης + -ίς < Περσία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Περσίς θηλυκό

  1. η περσική χώρα, η Περσία
    ἡ δὲ Μηδία χώρα καὶ ἡ Περσὶς ἄλλα τε ἔχει πλείω καὶ τὸ μῆλον τὸ Περσικὸν ἢ Μηδικὸν καλούμενον. (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 3, 26, 3)
  2. Περσίδα, γυναίκα από την Περσία
    Καὶ Περσὶς οὖσα τὸ γένος σφόδρα ἑλληνίζει τὴν γνώμην χαίρουσα καὶ προστρέχουσα τοῖς ἐντεῦθεν, ἦθός τε καὶ ὁμιλίαν τὴν ῾Ελληνικὴν εἰς ὑπερβολὴν ἠγάπηκε. (Ηλιόδωρος, Αιθιοπικά, 7, 14, 2, 5-8)