Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Μέλισσα οι Μέλισσες
      γενική της Μέλισσας των Μελισσών
    αιτιατική τη Μέλισσα τις Μέλισσες
     κλητική Μέλισσα Μέλισσες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μέλισσα < μέλισσα

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μέλισσα θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία