Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση πληθυντικός
ονομαστική Λάρητες
γενική Λαρήτων
αιτιατική Λάρητες
κλητική Λάρητες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λάρητες < λατινική Lares < Lases

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Λάρητες αρσενικό μόνο στον πληθυντικό

  • (θρησκεία) κατώτερες θεότητες της ρωμαϊκής μυθολογίας που προστάτευαν διάφορους τομείς της ζωής των Ρωμαίων
    Aλλά στην αίθουσα την αλαβάστρινη που κλείνει / των Aηνοβάρβων το αρχαίο λαράριο / τι ανήσυχοι που είν’ οι Λάρητές του. / Τρέμουν οι σπιτικοί μικροί θεοί, / και προσπαθούν τ’ ασήμαντά των σώματα να κρύψουν. / Γιατί άκουσαν μια απαίσια βοή, / θανάσιμη βοή την σκάλα ν’ ανεβαίνει, / βήματα σιδερένια που τραντάζουν τα σκαλιά. / Και λιγοθυμισμένοι τώρα οι άθλιοι Λάρητες, / μέσα στο βάθος του λαράριου χώνονται, / ο ένας τον άλλονα σκουντά και σκουντουφλά, / ο ένας μικρός θεός πάνω στον άλλον πέφτει / γιατί κατάλαβαν τι είδος βοή είναι τούτη, / τάνοιωσαν πια τα βήματα των Εριννύων. (Κωνσταντίνος Καβάφης, Τα βήματα)

  ΥπώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία