Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Αἰγοσθενίτης οἱ Αἰγοσθενῖται
      γενική τοῦ Αἰγοσθενίτου τῶν Αἰγοσθενιτῶν
      δοτική τῷ Αἰγοσθενίτ τοῖς Αἰγοσθενίταις
    αιτιατική τὸν Αἰγοσθενίτην τοὺς Αἰγοσθενίτᾱς
     κλητική ! Αἰγοσθενῖτ Αἰγοσθενῖται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Αἰγοσθενίτ
γεν-δοτ τοῖν  Αἰγοσθενίταιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Αἰγοσθενίτης < Αἰγόσθεν(α) + -ίτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Αἰγοσθενίτης αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία