Δείτε επίσης: Αραγονία, αγωνία

Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Αραγωνία οι Αραγωνίες
      γενική της Αραγωνίας των Αραγωνιών
    αιτιατική την Αραγωνία τις Αραγωνίες
     κλητική Αραγωνία Αραγωνίες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

Αραγωνία < (άμεσο δάνειο) ισπανική Aragón

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ɾa.ɣoˈni.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Α‐ρα‐γω‐νί‐α

  Κύριο όνομα επεξεργασία

Αραγωνία[1] θηλυκό

Δείτε επίσης επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία

  Αναφορές επεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)