Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Αγγλίδα < Άγγλος + κατάληξη θηλυκού -ίδα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Αγγλίδα θηλυκό

  1. (εθνικό) αυτή που κατάγεται από την Αγγλία ή έχει αγγλική ιθαγένεια ή υπηκοότητα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία