Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

victor < λατινική victor

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

victor (en)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

victor < vinco < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *weyk- (νικώ, καταβάλλω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

victor (la) αρσενικό (θηλυκό: victrix)

ΚλίσηΕπεξεργασία

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική victor victorēs
γενική victoris victorum
δοτική victorī victoribus
αιτιατική victorem victorēs
κλητική victor victorēs
αφαιρετική victore victoribus
(γ' κλίση)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

victor (la)

ΚλίσηΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική victor victor victor victorēs victorēs victoria
γενική victoris victoris victoris victorium victorium victorium
δοτική victorī victorī victorī victoribus victoribus victoribus
αιτιατική victorem victorem victor victorēs victorēs victoria
κλητική victor victor victor victorēs victorēs victoria
αφαιρετική victorī victorī victorī victoribus victoribus victoribus
(Τριτόκλιτα επίθετα)