Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
route routes

route (en)

  1. η διαδρομή
  2. το δρομολόγιο
  3. (δίκτυο υπολογιστών) διαδρομή, δρόμος[1]
     συνώνυμα: path

  ΡήμαΕπεξεργασία

route (en)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
route routes

route (fr) θηλυκό

  1. ο δρόμος
  2. το δρομολόγιο



  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 από αναζήτηση στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.