Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

path (en)

  1. μονοπάτι, δρόμος (κυριολεκτικά και μεταφορικά)
  2. (πληροφορική) ιεραρχική δομή δένδρου (tree) για την οργάνωση των αρχείων, σε μοναδικές θέσεις μέσα σε ένα σύστημα αρχείων (file system)
    δείτε επίσης: path (computing) στην αγγλική Βικιπαίδεια
  3. (δίκτυο υπολογιστών) διαδρομή[1]
     συνώνυμα: route

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • path στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. από αναζήτηση στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.