Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mention (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

mention (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mention (fr) θηλυκό

  1. αναφορά
  2. μνεία, διάκριση
    Il a eu son bac avec mention: : πήρε το baccalauréat με καλή μνεία
    (στη Γαλλία, AB - Assez Bien, B - Bien, TB - Très Bien)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία