Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

information (en) συνήθως μη αριθμητό

  1. η πληροφορία, οι πληροφορίες
    I need some information about your business - χρειάζομαι μερικές πληροφορίες για την επιχείρησή σας
    He gave us a piece of information - μας έδωσε μια πληροφορία
  2. η πληροφόρηση
    for your information - για την πληροφόρησή σας
  3. (χριστιανισμός) η θεοπνευστία
     συνώνυμα: divine inspiration
  4. (πληροφορική) η πληροφορία, τα δεδομένα των οποίων η μικρότερη μονάδα είναι το bit
  5. οι πληροφορίες τηλεφωνικού καταλόγου (τηλεφωνική υπηρεσία)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

information 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
information informations

information (fr) θηλυκό