Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hatch (en)

  1. καταπακτή
  2. εκκόλαψη
    • ομάδα εκκολαπτόμενων (ζώων, επιστημόνων, μαθητών, αθλητών κτλ.)
  3. μηχανορραφία

  ΡήμαΕπεξεργασία

hatch (en)

  1. εκκολάπτομαι, εκκολάπτω
  2. μηχανεύομαι, μηχανορραφώ
  3. γραμμοσκιάζω, δημιουργώ σκιές σε σχέδιο σχεδιάζοντας πολλές παράλληλες γραμμές (είτε απολύτως παράλληλες είτε πρόχειρα με το χέρι), σχεδιάζω γραμμωμένη-γραμμωτή σκιά