Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

effect (en)

  1. το αποτέλεσμα
  2. το εφέ
  3. η ισχύς (όταν κάτι αρχίζει να ισχύει)
    come into effect - τίθεμαι σε ισχύ
  4. in effect: στην πραγματικότητα, στην πράξη

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία