Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) artysta artyści
γενική (dopełniacz) artysty artystów
δοτική (celownik) artyście artystom
αιτιατική (biernik) artystę artystów
οργανική (narzędnik) artystą artystami
τοπική (miejscownik) artyście artystach
κλητική (wołacz) artysto artyści

  Ετυμολογία Επεξεργασία

artysta < γαλλική artiste

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ar.ˈtɨ.sta/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

artysta (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία