Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

  1. απλώνω
  2. βάζω
  3. χρησιμοποιώ
  4. εφαρμόζω
  5. επιβάλλω
  6. ισχύω
  7. αιτούμαι εγγράφως, κάνω αίτηση, στέλνω αίτηση

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

επιλογή κατάλληλων προθέσεωνΕπεξεργασία

  • apply to

Αρχείο ΒικιλεξικούΕπεξεργασία

applied
applied (en) εφαρμοσμένος applied (en) αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος apply
241 bytes (12 λέξεις) - 04:31, 2 Μαΐου 2017
application
(en) εφαρμογή the application of a theory, a computer application αίτηση apply applet application (fr) θηλυκό εφαρμογή ευσυνειδησία avec application
480 bytes (22 λέξεις) - 22:11, 26 Απριλίου 2017
προσάπτω
αγγλικά : attach (en), apply (en)
3 KB (50 λέξεις) - 20:14, 10 Ιουνίου 2016