Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /əˈbɔːt/ και /əˈbɔɹt/
 

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
abort aborts
abort < λατινική abortus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

abort (en)

  1. (παρωχημένο) αποβολή γέννας
  2. (αεροπορικός όρος, στρατιωτικός όρος) εγκατάλειψη αποστολής
  3. (πληροφορική) ματαίωση διαδικασίας

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

abort < λατινική abortare

  ΡήμαΕπεξεργασία

abort (en)

  1. (παρωχημένο) αποβάλλω γέννα
  2. (στρατιωτικός όρος) εγκαταλείπω αποστολή
  3. (βάσεις δεδομένων) ματαιώνω[1][2]
     συνώνυμα:roll back, συγγενικό ουσιαστικό rollback
     αντώνυμα: commit

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • abort στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. (αγγλικά) Michael J. Franklin, «Concurrency Control and Recovery», σελ. 2, 31, University of Meryland. Προσπέλαση 2020-03-12
  2. Λουκόπουλος, Θ., Θεοδωρίδης, Ε. 2016. «Εισαγωγή στην SQL - Κεφάλαιο 13 Δοσοληψίες», σελ. 227. Αθήνα:Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, repository.kallipos.gr. Προσπέλαση: 2020-01-17