Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Abteilungsleiter < Abteilung + Leiter

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Abteilungsleiter die Abteilungsleiter
γενική des Abteilungsleiters der Abteilungsleiter
δοτική dem Abteilungsleiter den Abteilungsleitern
αιτιατική den Abteilungsleiter die Abteilungsleiter

Abteilungsleiter (de) αρσενικό (θηλυκό Abteilungsleiterin)

  1. διευθυντής τμήματος ή υπηρεσίας