Δείτε επίσης: υπακούω

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ὑπακούω < (ὑπό) ὑπ- + ἀκούω

ὑπακούω (μέλλων: ὑπακούσομαι)

  1. ακούω με προσοχή κάτι
  2. εισακούω παράπονα, διαμαρτυρίες, τις ακούω με την πρόθεση να κάνω κάτι θετικό, ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες κάποιου
  3. ανταποκρίνομαι όταν με καλούν, εμφανίζομαι στο δικαστήριο μετά από κλήτευση
  4. απαντώ
  5. απαντώ σε χτύπημα, ανοίγω την πόρτα
  6. υποτάσσομαι
  7. υποχωρώ, συναινώ, συγκατανεύω
  8. υπόκειμαι σε κάτι

Συγγενικά

επεξεργασία