Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ὑπαγκάλισμᾰ τὰ ὑπαγκαλίσμᾰτ
      γενική τοῦ ὑπαγκαλίσμᾰτος τῶν ὑπαγκαλισμᾰ́των
      δοτική τῷ ὑπαγκαλίσμᾰτ τοῖς ὑπαγκαλίσμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ ὑπαγκάλισμᾰ τὰ ὑπαγκαλίσμᾰτ
     κλητική ! ὑπαγκάλισμᾰ ὑπαγκαλίσμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὑπαγκαλίσμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  ὑπαγκαλισμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑπαγκάλισμα < ὑπαγκαλίζω, ὑπαγκαλισ- + -μα < ὑπ- + ἀγκαλίζω < ἀγκάλη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὑπαγκάλισμα ουδέτερο

  • το αγαπητό, προσφιλές πρόσωπο που παίρνει κανείς στην αγκαλιά του

  ΠηγέςΕπεξεργασία