Arrows blue.png Δείτε επίσης: ολοφυρμός

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὀλοφυρμός ὀλοφυρμώ ὀλοφυρμοί
Γενική ὀλοφυρμοῦ ὀλοφυρμοῖν ὀλοφυρμῶν
Δοτική ὀλοφυρμ ὀλοφυρμοῖν ὀλοφυρμοῖς
Αιτιατική ὀλοφυρμόν ὀλοφυρμώ ὀλοφυρμούς
Κλητική ὀλοφυρμέ ὀλοφυρμώ ὀλοφυρμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀλοφυρμός < ὀλοφύρομαι < ὅλος + φύρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὀλοφυρμός αρσενικό