Δείτε επίσης: Ιάσων
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
Ἰᾰσων-, Ἰᾰσον- & κλητική με ᾱ στον Ευριπίδη
ονομαστική Ἰάσων οἱ Ἰάσονες
      γενική τοῦ Ἰάσονος τῶν Ἰασόνων
      δοτική τῷ Ἰάσον τοῖς Ἰάσοσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν Ἰάσον τοὺς Ἰάσονᾰς
     κλητική ! Ἰάσον
Ἰᾶσον
Ἰάσονες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἰάσονε
γεν-δοτ τοῖν  Ἰασόνοιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
3η κλίση, Κατηγορία 'γείτων' όπως «μέμνων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Ἰάσων < ἰάομαι[1] < (ίσως[2]) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁eis- / *h₁i(e)sh₂-

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Ἰάσων, -ονος αρσενικό

  1. (ελληνική μυθολογία), ο Ιάσονας
    ※  Ἐποίησε δὲ Κουρήτων καὶ Κορυβάντων γένεσιν καὶ θεογονίαν, ἔπη πεντακισχίλια, Ἀργοῦς ναυπηγίαν τε καὶ Ἰάσονος εἰς Κόλχους ἀπόπλουν ἔπη ἑξακισχίλια πεντακόσια. (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι καὶ γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων καὶ τῶν ἑκάστῃ αἱρέσει ἀρεσκόντων ἐν ἐπιτόμῳ συναγωγῇ, 1, 111, 10 – 1, 111, 11)
    ※  Ἰᾶσον, εὖ μὲν τούσδʼ ἐκόσμησας λόγους (Ευριπίδης, Μήδεια, 567)
  2. ανδρικό όνομα

Σημειώσεις

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998), λήμμα: Ιάσων
  2. βλ. ἰάομαι - Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.