Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ίον, ιόν

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἴον < *Ϝιον, συγγενικό με το λατινικό viola, και τα δύο άγνωστης ετυμολογίας. Ο Chantraine (Dictionnaire Étymologique de la Langue Grecque) υποθέτει ότι και οι δύο λέξεις προέρχονται από το μεσογειακό υπόστρωμα.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἴον ουδέτερο, δοτ.πληθ.: ἰάσι

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883