ἡγιασμένος (ελληνιστική κοινή)

ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἡγιασμένος ἡγιασμένη τὸ ἡγιασμένον
      γενική τοῦ ἡγιασμένου τῆς ἡγιασμένης τοῦ ἡγιασμένου
      δοτική τῷ ἡγιασμέν τῇ ἡγιασμέν τῷ ἡγιασμέν
    αιτιατική τὸν ἡγιασμένον τὴν ἡγιασμένην τὸ ἡγιασμένον
     κλητική ! ἡγιασμένε ἡγιασμένη ἡγιασμένον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἡγιασμένοι αἱ ἡγιασμέναι τὰ ἡγιασμέν
      γενική τῶν ἡγιασμένων τῶν ἡγιασμένων τῶν ἡγιασμένων
      δοτική τοῖς ἡγιασμένοις ταῖς ἡγιασμέναις τοῖς ἡγιασμένοις
    αιτιατική τοὺς ἡγιασμένους τὰς ἡγιασμένᾱς τὰ ἡγιασμέν
     κλητική ! ἡγιασμένοι ἡγιασμέναι ἡγιασμέν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἡγιασμένω τὼ ἡγιασμέν τὼ ἡγιασμένω
      γεν-δοτ τοῖν ἡγιασμένοιν τοῖν ἡγιασμέναιν τοῖν ἡγιασμένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λελυμένος' όπως «λελυμένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές