Δείτε επίσης: εξαγγέλλω

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐξαγγέλλω < ἐξ- + ἀγγέλλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐξαγγέλλω θηλυκό

  1. γνωστοποιώ ειδήσιες
  2. προδίδω (για λιποτάκτες)
  3. (μέση φωνή)
    1. διηγούμαι
    2. γνωστοποιούμαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία