Δείτε επίσης: εκδοχή

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐκδοχή ἐκδοχά ἐκδοχαί
Γενική ἐκδοχῆς ἐκδοχαῖν ἐκδοχῶν
Δοτική ἐκδοχ ἐκδοχαῖν ἐκδοχαῖς
Αιτιατική ἐκδοχήν ἐκδοχά ἐκδοχάς
Κλητική ἐκδοχή ἐκδοχά ἐκδοχαί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐκδοχή < ἐκδέχομαι < ἐκ- + δέχομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐκδοχή θηλυκό

  1. αποδοχή, παραλαβή κάποιου πράγματος από κάποιον άλλο, διαδοχή
  2. προσδοκία

  ΠηγέςΕπεξεργασία