Δείτε επίσης: Αθηνά

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
Ἀθηναα- > Ἀθηνᾶ
ονομαστική Ἀθην
      γενική τῆς Ἀθηνᾶς
      δοτική τῇ Ἀθην
    αιτιατική τὴν Ἀθηνᾶν
     κλητική ! Ἀθην
1η κλίση όπως «μνᾶ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ἀθηνᾶ < συνηρημένος τύπος του Ἀθηνάα, ή Ἀθηναία, άγνωστης ετυμολογίας. Η λέξη συναντάται στις μυκηναϊκές πινακίδες της γραμμικής Β' γραφής ως 𐀀𐀲𐀙 (a-ta-na) 𐀡𐀴𐀛𐀊 (po-ti-ni-ja) (Αθανα ποτνία) και εικάζεται ότι ήταν το όνομα προελληνικής θεάς. Ο Chantraine [1] πιστεύει ότι πρόκειται για μινωική θεότητα η οποία συνδέεται με τη θεά των όφεων που προστάτευε το ανάκτορο.

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ἀθηνᾶ θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. (μυθολογία, θεωνύμιο) η θεά Αθηνά, Ολύμπια θεά των γραμμάτων, της σοφίας και της νόησης, κόρη του Δία, πολιούχος της Αθήνας

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

παράγωγαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

προσωνύμια:

και

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Chantraine, Pierre (1968) Dictionnaire étymologique de la langue grecque. [Ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας ελληνικής] (στα γαλλικά) Παρίσι: Klincksieck, σελ.28