Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χωριατόπαιδο τα χωριατόπαιδα
      γενική του χωριατόπαιδου των χωριατόπαιδων
    αιτιατική το χωριατόπαιδο τα χωριατόπαιδα
     κλητική χωριατόπαιδο χωριατόπαιδα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χωριατόπαιδο < χωριάτης + παιδί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χωριατόπαιδο ουδέτερο

  1. παιδί που ζει ή μεγάλωσε σε χωριό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία