Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
χαρτοπόλεμος

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαρτοπόλεμος < χαρτο- + -πόλεμος, μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Ρapierkrieg [1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαρτοπόλεμος αρσενικό

  1. παιχνίδι κυρίως στις Αποκριές, με το πέταμα μικρών χρωματιστών χαρτιών (κονφετί)
  2. το ίδιο το κονφετί, τα μικρά χρωματιστά χαρτιά
  3. (μεταφορικά) το αποτέλεσμα της γραφειοκρατίας, όπου ο πολίτης παγιδεύεται σε μια σωρεία εγγράφων που απαιτείται να συγκεντρώσει για μια απλή ενέργεια.
  4. ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ δύο δημοσίων υπηρεσιών που προσπαθούν να απαλλαγούν από μια διαδικασία μεταθέτοντάς την η μία στην άλλη ή που προσπαθούν να μεταθέσουν ευθύνη ή απλά για να χρονοτριβήσουν

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία