Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαλάρωμα τα χαλαρώματα
      γενική του χαλαρώματος των χαλαρωμάτων
    αιτιατική το χαλάρωμα τα χαλαρώματα
     κλητική χαλάρωμα χαλαρώματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαλάρωμα < χαλαρώνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαλάρωμα ουδέτερο (δόκιμο στον ενικό)

  1. (για ανθρώπους) το αποτέλεσμα του χαλαρώνω, η χαλάρωση, σωματική (με χαλάρωση των μυών) και ψυχική (με αποφυγή του στρες)
  2. το να αφήνεται μπόσικο, λάσκα κάτι που σφίγγει -ένα σκοινί, μια ζώνη, ο κόμπος της γραβάτας
  3. το να γίνεται χαλαρό κάτι που πολλοί θεωρούν χρήσιμο να είναι σφιχτό (οικογενειακοί δεσμοί, ηθική, η σχέση του ατόμου με τη θρησκεία κ.α.)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία