Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική φυτοβιολογία
γενική φυτοβιολογίας
αιτιατική φυτοβιολογία
κλητική φυτοβιολογία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυτοβιολογία < φυτό + βιολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυτοβιολογία θηλυκό

  1. η επιστήμη που εστιάζεται στη βιολογία των φυτικών οργανισμών, η βοτανική


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία