Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βοτανική < γαλλική botanique < ελληνιστική κοινή βοτανικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βοτανική θηλυκό

  1. η βιοφυτολογία, ο κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των φυτών και ιδιαίτερα της μορφής, της ανάπτυξης και της αναπαραγωγής τους
  2. θεραπευτική βοτανολογία, μελέτη των θεραπευτικών βοτάνων (κάποια δήθεν θεραπευτικά βότανα δεν αναγνωρίζονται επισήμως ως θεραπευτικά είτε υπάρχουν ελλιπείς θεραπευτικές ενδείξεις γι' αυτά)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

βοτανική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία