Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυτίνη < φυτό και -ίνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυτίνη θηλυκό

  1. ουσία που βρίσκεται στο σπέρμα πολλών δημητριακών
  2. εμπορική ονομασία μαγειρικού λίπους συγκεκριμένης επιχείρησης, που όμως κατέληξε να σημαίνει γενικά τη μαργαρίνη όπως η λέξη πάμπερς ή νες καφέ κατέληξαν η μία να σημαίνει στον προφορικό λόγο όλα τα εσώρουχα μιάς χρήσης για μωρά ή υπερήλικες και η άλλη όλους τους στιγμιαίους καφέδες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία