↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φάρμα οι φάρμες
      γενική της φάρμας
    αιτιατική τη φάρμα τις φάρμες
     κλητική φάρμα φάρμες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
φάρμα < (άμεσο δάνειο) αγγλική farm

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

φάρμα θηλυκό

  Μεταφράσεις

επεξεργασία