Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποομάδα < υπο- + ομάδα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποομάδα θηλυκό

  • ομάδα που αποτελεί μέρος μιας άλλης ομάδας, μεγαλύτερης

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία