Ελληνικά (el)Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τριγαμία οι τριγαμίες
      γενική της τριγαμίας των τριγαμιών
    αιτιατική την τριγαμία τις τριγαμίες
     κλητική τριγαμία τριγαμίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριγαμία < τρις + γάμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τριγαμία θηλυκό

  1. (κοινωνιολογία), (θρησκεία), (νομικός όρος): οικογενειακή παρούσα κατάσταση κατά την οποία κάποιος έχει τρεις συζύγους, είναι παντρεμένος με τρία άτομα ταυτόχρονα
  2. η απόκτηση τριών συζύγων, η κατάληξη στην παραπάνω κατάσταση, διατηρουμένων και των δύο προηγουμών γάμων
    η τριγαμία είναι το ανώτερο νόμιμο και θρησκευτικό όριο παρούσας κοινωνίας γάμου των μουσουλμάνων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία