Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τρενοδηγός οι τρενοδηγοί
      γενική του τρενοδηγού των τρενοδηγών
    αιτιατική τον τρενοδηγό τους τρενοδηγούς
     κλητική τρενοδηγέ τρενοδηγοί
Παράρτημα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/?/

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

ο, η τρενοδηγός < τρένο + οδηγός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ο, η τρενοδηγός (el) αρσενικό ή θηλυκό και ο, η τραινοδηγός (el) αρσενικό ή θηλυκό

  • μηχανοδηγός τρένου