Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τραχειίτιδα οι τραχειίτιδες
      γενική της τραχειίτιδας των τραχειίτιδων
    αιτιατική την τραχειίτιδα τις τραχειίτιδες
     κλητική τραχειίτιδα τραχειίτιδες
όπως «αρθρίτιδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραχειίτιδα < τραχεία + -ίτιδα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τραχειίτιδα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία