Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τράπηξ τράπηκε τράπηκες
Γενική τράπηκος τραπήκοιν τραπήκων
Δοτική τράπηκι τραπήκοιν τράπηξι(ν)
Αιτιατική τράπηκα τράπηκε τράπηκας
Κλητική τράπηξ τράπηκε τράπηκες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τράπηξ < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τράπηξ αρσενικό και τράφηξ

  1. δοκός
  2. (αρχιτεκτονική) επιστύλια δοκός που στηριζόταν στα κιονόκρανα των κιόνων
  3. σανίδα
  4. κομμάτι ξύλου
  5. χάραξ
  6. παλούκι
  7. δόρυ
  8. πινακωτή
  9. τὸ τῆς νεὼς χεῖλος, ἐφ’οὗ οἱ σκαλμοὶ τίθενται (Μέγα Ετυμολογικό, 764, 35. Ησύχιος, λήμμα τράπηξ)