Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τελετάρχης οι τελετάρχες
      γενική του τελετάρχη των τελεταρχών
    αιτιατική τον τελετάρχη τους τελετάρχες
     κλητική τελετάρχη τελετάρχες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τελετάρχης < τελετή + -άρχης (< άρχω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τελετάρχης αρσενικό

  1. αυτός που έχει το γενικό πρόσταγμα σε μια τελετή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία