Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμμερίζομαι < ελληνιστική κοινή συμμερίζομαι, παθητική φωνή του ρήματος συμμερίζω < μερίζω < μέρος

  ΡήμαΕπεξεργασία

συμμερίζομαι

  1. συμμετέχω, δέχομαι κάτι μαζί με κάποιους άλλους
  2. συμφωνώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία