Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική συμβουλία συμβουλία συμβουλίαι
Γενική συμβουλίας συμβουλίαιν συμβουλιῶν
Δοτική συμβουλί συμβουλίαιν συμβουλίαις
Αιτιατική συμβουλίαν συμβουλία συμβουλίας
Κλητική συμβουλία συμβουλία συμβουλίαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβουλία < σύμβουλος + -ία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμβουλία θηλυκό

  1. συμβουλή
  2. γνωμάτευση
  3. (ιατρική ή άλλη) συνταγή, οδηγίες

  ΠηγέςΕπεξεργασία