Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σταφυλίτιδα οι σταφυλίτιδες
      γενική της σταφυλίτιδας των σταφυλίτιδων
    αιτιατική τη σταφυλίτιδα τις σταφυλίτιδες
     κλητική σταφυλίτιδα σταφυλίτιδες
όπως «αρθρίτιδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταφυλίτιδα < σταφυλή + -ίτιδα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σταφυλίτιδα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία